τραυλισμός

Διαταραχή ροής της ομιλίας (Τραυλισμός)

Ο τραυλισμός είναι μια επικοινωνιακή διαταραχή που επηρεάζει την ομαλή ροή της ομιλίας που ξεκινάει στην παιδική ηλικία και συχνά διαρκεί μέχρι την ενήλικη ζωή. Για να γίνει διάγνωση τραυλισμού θα πρέπει το άτομο να εμφανίζει για μεγάλο διάστημα και έντονα δυσκολίες στη ροή καθώς μπορεί κάποια παιδιά να εμφανίζουν κάποια χαρακτηριστικά τραυλισμού κατά τη διάρκεια της γλωσσικής ανάπτυξης τα οποία εξαλείφονται στην πορεία.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του τραυλισμού είναι τα μπλοκαρίσματα, οι επιμηκύνσεις ήχων, οι επαναλήψεις συλλαβών ή λέξεων και οι παρεμβολές λέξεων ή ήχων. Πιο συγκεκριμένα ένα άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να περάσει από τον αρχικό ήχο στην υπόλοιπη λέξη είτε μπλοκάροντας (π.χ. θ..έλω) είτε επιμηκύνοντας τον πρώτο ήχο (π.χ. θθθθέλω). Επιπλέον μπορεί να χρειάζεται να επαναλάβει κάποιους ήχους ή λέξεις (π.χ. κ-κ-κάτω ή «τι – τι -τι κάνεις;») ή ακόμα και να χρησιμοποιήσει λέξεις ενδιάμεσα στην πρόταση προκειμένου να έχει περισσότερο χρόνο να θυμηθεί και να ολοκληρώσει αυτό που θέλει να πει (π.χ. Θέλω, ξέρεις να, πάω κάπου).

Πέρα όμως από τα εμφανή γλωσσικά συμπτώματα υπάρχουν και δευτερεύοντα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά. Ειδικότερα μπορεί να παρατηρήσουμε τα άτομα που τραυλίζουν να κάνουν γκριμάτσες, να σφίγγονται, να κουνάνε νευρικά τα άκρα τους ή να αποφεύγουν τη βλεμματική επαφή με τον συνομιλητή τους. Συχνά νιώθουν άγχος και δεν τους είναι εύκολο να μιλούν μπροστά σε πολύ κόσμο για αυτό και σε κάποιες περιπτώσεις ενδέχεται να προτιμήσουν να παραμείνουν σιωπηλοί.

Η αιτιολογία του τραυλισμού δεν είναι γνωστή. Μέσα από πρόσφατες έρευνες, όμως, έχει φανεί πως οι περισσότεροι άνθρωποι που τραυλίζουν έχουν κληρονομήσει κάποια γενετικά χαρακτηριστικά τα οποία αν πυροδοτηθούν από περιβαλλοντικούς παράγοντες προκαλλούν τις δυσκολίες στη ροή της ομιλίας. Επιπλέον σε κάποια άλλα άτομα ο τραυλισμός μπορεί να οφείλεται στην ύπαρξη κάποιας άλλης γλωσσικής διαταραχής ή σε νευρολογικούς παράγοντες.

Πως μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου;

Καθώς τα άτομα που τραυλίζουν έχουν πλήρη γνώση των δυσκολιών τους δεν πρέπει με τη συμπεριφορά μας να δίνουμε παραπάνω έμφαση σε αυτό. Αν δείχνουμε ενοχλημένοι από τον τρόπο που μιλάνε ή πως ανυπομονούμε να ολοκληρώσουν δημιουργούμε πρόσθετο άγχος το οποίο θα έχει σαν αποτέλεσμα να είναι ακόμα πιο δύκολο να πουν αυτό που θέλουν.

Αντίθετα θα πρέπει οι γονείς και το περιβάλλον τους γενικότερα να τους δίνει χρόνο, να μην τους διακόπτει και να αποφεύγει φράσεις όπως «μην βιάζεσαι» , «πάρε ανάσα» κτλ., καθώς μπορεί να τους κάνουν να νιώσουν ακόμα πιο άβολα. Είναι σημαντικό το παιδί να νιώσει πως δεν μας νοιάζει πως θα πει κάτι και θα έχουν την προσοχή μας ακόμη και αν δυσκολεύονται. Επιπλέον μπορείτε να διατηρείτε ένα πιο αργό ρυθμό όταν κάνετε διάλογο με το παιδί ώστε να έχει χρόνο να απαντήσει ή να σκεφτεί αυτό που θέλει να πεί και προσπαθήστε να αποφύγετε τις πολλές ερωτήσεις.

Σε κάθε περίπτωση η θετική ενίσχυση και ο έπαινος των θετικών στοιχείων του παιδιού θα το βοηθήσει να καταλάβει πως το αποδεχόμαστε και δεν μας πειράζει αν τραυλίζει. Έτσι, σε συνδυασμό με την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση, μπορεί να καταφέρει να μειώσει το άγχος του όταν μιλάει και να διαχειρίζεται καλύτερα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κατά την ομιλία του.

Like and Share!
Facebook
Facebook
Twitter
Pinterest